Μετάφραση του "sarkastisk" σε Ελληνικά
Το σαρκαστικός είναι η μετάφραση του "sarkastisk" σε Ελληνικά.
sarkastisk
-
σαρκαστικός
adjectiveFeltpresten i marinen var til dels sarkastisk, men ikke fiendtlig innstilt.
Ο ιερέας του ναυτικού, αν και κάπως σαρκαστικός, δεν ήταν εχθρικός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sarkastisk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη