Μετάφραση του "seil" σε Ελληνικά

Οι πανί, ιστίο, άρμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seil" σε Ελληνικά.

seil γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πανί

    noun neuter

    Kapteinen stiller seg på sin post ved akterstavnen, hvor han manøvrerer farkosten ved hjelp av seilet og roret.

    Ο καπετάνιος μας παίρνει τη θέση του στην πρύμνη, από όπου ελέγχει το πανί και το τιμόνι.

  • ιστίο

    noun neuter

    Båten var tydeligvis opprinnelig utstyrt med ett seil, et råseil.

    Από ό,τι φαίνεται, αρχικά το πλοιάριο ήταν εξοπλισμένο με ένα και μόνο τετράγωνο ιστίο.

  • άρμενο

    neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποπλέω
    • καραβόπανο
    • σαλπάρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "seil"

Φράσεις παρόμοιες με "seil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ιστιοπλόος · ναυτικός · ναύτης
  • ανοίγω · ανοίγω πανιά · αποπλέω · αρμενίζω · κάνω πανιά · πλέω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη