Μετάφραση του "selger" σε Ελληνικά

Το πωλητής είναι η μετάφραση του "selger" σε Ελληνικά.

selger
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πωλητής

    noun masculine

    Etter krigen arbeidet far som selger for et forsikringsselskap.

    Μετά τον πόλεμο ο πατέρας μου εργάστηκε ως πωλητής σε κάποια ασφαλιστική εταιρία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " selger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "selger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πουλώ
  • πουλώ
  • ανταλλάσσω έναντι χρημάτων · πουλάω · πουλώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "selger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη