Μετάφραση του "selvkritikk" σε Ελληνικά

Το αυτοκριτική είναι η μετάφραση του "selvkritikk" σε Ελληνικά.

selvkritikk
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκριτική

    noun feminine

    Forskjellige protestantiske kirkesamfunn har også begynt å øve selvkritikk.

    Διάφορες Προτεσταντικές εκκλησίες, επίσης, έχουν ασκήσει αυτοκριτική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " selvkritikk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "selvkritikk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη