Μετάφραση του "sete" σε Ελληνικά

Οι θέση, κάθισμα, καρέκλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sete" σε Ελληνικά.

sete

noe å sitte på [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • θέση

    noun

    Ta setet i Høyesterett, der du hører hjemme.

    Πάρε τη θέση στο Δικαστήριο, όπου και ανήκεις.

  • κάθισμα

    Noun

    Claudius holdt seg i et håndtak på setet og lente seg over for å snakke med Joseph.

    Κρατώντας το χερούλι που υπήρχε στο κάθισμα, ο Κλόντιους έσκυψε να του μιλήσει.

  • καρέκλα

    noun feminine

    Vær snill og hjelp å få han opp på setet.

    Βοήθησέ με να τον βάλω στην καρέκλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sete " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sete" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη