Μετάφραση του "singel" σε Ελληνικά

Οι άγαμος, single, χήρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "singel" σε Ελληνικά.

singel
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • άγαμος

    adjective masculine

    Det er mye bedre å utvikle og bevare en positiv innstilling mens man er singel.

    Είναι πολύ καλύτερο να καλλιεργείς και να διατηρείς θετικό πνεύμα ενόσω είσαι ακόμα άγαμος.

  • single

    μουσική διανομή που συνήθως περιέχει ένα ή δύο τραγούδια

    Vår første single ble utgitt for fire måneder siden.

    Το πρώτο μας single μας βγήκε στην Αγγλία πριν από τέσσερις μήνες.

  • χήρος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " singel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "singel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "singel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη