Μετάφραση του "sinn" σε Ελληνικά

Οι νους, διάθεση, μυαλό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sinn" σε Ελληνικά.

sinn neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • νους

    noun masculine

    σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia

    Når vi hviler fra våre vanlige daglige gjøremål, frigjøres vårt sinn så vi kan grunne på det åndelige.

    Καθώς αναπαυόμαστε από τις συνήθεις καθημερινές μας δραστηριότητες, ο νους μας είναι ελεύθερος να συλλογίζεται πνευματικά ζητήματα.

  • διάθεση

    noun feminine

    Men det erjo ingen hemmelighet at Ingelise hadde et vanskelig sinn.

    Αλλά δεν είναι κανένα μυστικό ότι η Ingelise είχε μια δύσκολη διάθεση.

  • μυαλό

    noun neuter

    Alle problemene syntes å ha forsvunnet fra hans mammas sinn.

    Τα προβλήματα σαν να είχαν χαθεί απ'το μυαλό της μαμάς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sinn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "sinn"

Φράσεις παρόμοιες με "sinn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έξαλλος · εξοργισμένος · τρελός
  • γαλήνη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sinn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη