Μετάφραση του "skala" σε Ελληνικά
Οι κλίμακα, Κλίμακα, έκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skala" σε Ελληνικά.
skala
-
κλίμακα
noun feminineIngen har sett det i så stor skala før.
Δεν το έχει δει ποτέ κανείς σε τόση μεγάλη κλίμακα.
-
Κλίμακα
forråd av toner innenfor et bestemt tonesystem
På grunnlag av seismografiske målinger blir styrken av et jordskjelv uttrykt ved hjelp av richterskalaen, en logaritmisk skala.
Στη βάσι των ενδείξεων του σεισμογράφου το μέγεθος του σεισμού εκφράζεται στην Κλίμακα Ρίχτερ, που είναι μια λογαριθμική κλίμαξ.
-
έκταση
noun feminineOrganisert drap i en stor skala?
Οργανωμένες δολοφονίες σε τόσο μεγάλη έκταση;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναλογία
- μέγεθος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " skala " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "skala" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τρόπος
-
χρωματική κλίμακα
-
Λογαριθμική κλίμακα
-
πεντατονική κλίμακα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη