Μετάφραση του "skatt" σε Ελληνικά

Οι φόρος, θησαυρός, φορολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skatt" σε Ελληνικά.

skatt γραμματική

Større samling av verdier [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • φόρος

    noun masculine

    I mange tilfelle blir det ikke på forhånd trukket skatt av deres inntekt.

    Σε πολλές περιπτώσεις δεν προαφαιρούνται φόροι από το εισόδημά των.

  • θησαυρός

    noun masculine

    De fattige i ånden og ærlige av hjertet finner kunnskapens store skatter her.

    Οι πτωχοί τω πνεύματι και οι έντιμοι στην καρδιά βρίσκουν μεγάλους θησαυρούς γνώσεως εδώ.

  • φορολογία

    noun feminine

    På Jesu tid var betaling av skatt et brennhett politisk tema.

    Η φορολογία ήταν φλέγον πολιτικό ζήτημα την εποχή του Ιησού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Φορολογία
    • βάρος
    • πρόσωπο
    • τέλος
    • φορολόγηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " skatt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "skatt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "skatt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη