Μετάφραση του "skisma" σε Ελληνικά
Οι Σχίσμα, σχίσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skisma" σε Ελληνικά.
skisma
-
Σχίσμα
θρησκευτικός όρος
Med sin nyvunne berømmelse bestemte den stolte biskopen seg for å ta del i det store skisma.
Ο υπερήφανος επίσκοπος, μ’ αυτή τη νεοαποκτηθείσα φήμη του, αποφάσισε να λάβη μέρος στο Παπικό Σχίσμα.
-
σχίσμα
noun neuterHan sammenlignet skismaet med to hunder som slåss om et ben.
Παρωμοίαζε το σχίσμα με δύο σκύλους που φιλονικούν για ένα κόκκαλο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " skisma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "skisma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σχίσμα του 1054
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη