Μετάφραση του "skriver" σε Ελληνικά
Οι εκτυπωτής, Εκτυπωτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skriver" σε Ελληνικά.
skriver
-
εκτυπωτής
noun masculinesom var større enn noen skriver i verden ville skrive ut.
το μέγεθος του θα ήταν τόσο μεγάλο που κανένας εκτυπωτής δεν μπορούσε να τυπώσει.
-
Εκτυπωτής
maskin som skriver ut fra en datamaskin
som var større enn noen skriver i verden ville skrive ut.
το μέγεθος του θα ήταν τόσο μεγάλο που κανένας εκτυπωτής δεν μπορούσε να τυπώσει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " skriver " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Εικόνες με "skriver"
Φράσεις παρόμοιες με "skriver" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπογράφω
-
εκτυπωτής PostScript
-
καβάλος
-
εκτύπωση με παράθεση · παραθέτω · τμήμα παράθεσης
-
σχήμα δείκτη "κλικ και πληκτρολόγηση"
-
επανεγγράφω
-
κοινόχρηστος εκτυπωτής
-
πληκτρολογώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη