Μετάφραση του "skrubbe" σε Ελληνικά

Οι πλευρονήκτης, ψήσσα, γδέρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skrubbe" σε Ελληνικά.

skrubbe
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πλευρονήκτης

    noun masculine
  • ψήσσα

    feminine
  • γδέρνω

    verb
  • φάσσια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " skrubbe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "skrubbe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη