Μετάφραση του "slektskap" σε Ελληνικά
Οι οικογενειακή σχέση, σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slektskap" σε Ελληνικά.
slektskap
-
οικογενειακή σχέση
noun -
σχέση
noun feminineHan lot ikke deres slektskap få øve noen innflytelse på ham.
Δεν επέτρεψε στη σχέση τους να τον επηρεάσει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " slektskap " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη