Μετάφραση του "smugling" σε Ελληνικά

Οι λαθρεμπόριο, Λαθρεμπόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smugling" σε Ελληνικά.

smugling
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • λαθρεμπόριο

    noun neuter

    Men de som ble tatt for smugling, fikk harde straffer.

    Όσοι πιάνονταν, όμως, να κάνουν λαθρεμπόριο τιμωρούνταν αυστηρά.

  • Λαθρεμπόριο

    ulovlig innførsel eller utførsel av objekter

    Men de som ble tatt for smugling, fikk harde straffer.

    Όσοι πιάνονταν, όμως, να κάνουν λαθρεμπόριο τιμωρούνταν αυστηρά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smugling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smugling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη