Μετάφραση του "speil" σε Ελληνικά

Οι καθρέφτης, κάτοπτρο, Κάτοπτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "speil" σε Ελληνικά.

speil neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • καθρέφτης

    noun masculine

    Det samme har speilet som får boksen til å virke tom.

    Όπως έχει εμφανιστεί και ο καθρέφτης που κάνει το εσωτερικό του κουτιού να μοιάζει άδειο.

  • κάτοπτρο

    noun neuter

    Men hvis innfallsvinkelen er tilstrekkelig stor, reflekteres alt lyset, som om grenseflaten var et speil.

    Αν όμως, η γωνία γίνη πολύ αμβλεία, όλο το φως ανακλάται σαν να ήταν κάτοπτρο η κοινή επιφάνεια.

  • Κάτοπτρο

    Men hvis innfallsvinkelen er tilstrekkelig stor, reflekteres alt lyset, som om grenseflaten var et speil.

    Αν όμως, η γωνία γίνη πολύ αμβλεία, όλο το φως ανακλάται σαν να ήταν κάτοπτρο η κοινή επιφάνεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπαράσταση
    • αντίγραφο
    • καθρέπτης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " speil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Speil
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Καθρέπτης

    Speilet der borte, hver dag sier det til meg at jeg blir eldre.

    Αυτός ο καθρέπτης μου λέει καθημερινά οτι γερνάω.

Εικόνες με "speil"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "speil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη