Μετάφραση του "spenne" σε Ελληνικά

Οι αγκράφα, δένω, στερεώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spenne" σε Ελληνικά.

spenne
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αγκράφα

    noun feminine

    Ikke med en 23-meter lang snor bygget inn i spenna.

    Όχι αυτή με 23 μέτρα καλωδίου κατάβασης μέσα στην αγκράφα.

  • δένω

    verb

    Jeg spenner dere fast til stolene fordi dere kommer til å sprelle.

    Σας δένω γιατί θα κουνιέστε.

  • στερεώνω

    verb
  • σφίγγω

    verb

    Urfjæren, som tjente som «energikilde», måtte ganske enkelt bare spennes eller trekkes opp med jevne mellomrom.

    Το ελατήριο το οποίο «κινούσε» τον μηχανισμό έπρεπε απλώς να σφίγγεται ή να τυλίγεται από καιρό σε καιρό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spenne " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "spenne" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spenne" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη