Μετάφραση του "spontan" σε Ελληνικά
Οι αυθόρμητος, εθελοντικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spontan" σε Ελληνικά.
spontan
-
αυθόρμητος
adjective masculineJeg drømte om at Tony skulle være spontan.
Ονειρευόμουν συνέχεια ότι ο Τόνι θα γινόταν έτσι αυθόρμητος.
-
εθελοντικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spontan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spontan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποβολή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη