Μετάφραση του "spredt" σε Ελληνικά
Οι ανεξάρτητος, απομονωμένος, μεμονωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spredt" σε Ελληνικά.
spredt
-
ανεξάρτητος
adjective masculine -
απομονωμένος
adjective masculine -
μεμονωμένος
Jesu oppdrag kan ikke bli utført av noen få enkeltpersoner som er spredt omkring i ulike religionssamfunn.
Η αποστολή που τους ανέθεσε δεν μπορεί να επιτελεστεί από μερικά μεμονωμένα άτομα διασκορπισμένα σε διαφορετικές θρησκείες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περιστασιακός
- χωριστός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spredt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spredt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαδίδω · διασπείρω · κοινολογώ · σκορπίζω · σκορπώ
-
Αντικείμενο διεσκορπισμένου δίσκου
-
διευρυμένος τόμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη