Μετάφραση του "sputnik" σε Ελληνικά

Το σπούτνικ είναι η μετάφραση του "sputnik" σε Ελληνικά.

sputnik
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • σπούτνικ

    noun masculine

    Etter at Sovjet sendte opp sine sputniker, blir disse opprørerne vanligvis kalt «beatniker».

    Αφότου ετέθησαν σε τροχιά οι Σοβιετικοί «σπούτνικ», οι νεαροί αυτοί αντάρται καλούνται κοινώς «μπήτνικ.»

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sputnik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sputnik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη