Μετάφραση του "stabilitet" σε Ελληνικά

Οι ευστάθεια, σταθερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stabilitet" σε Ελληνικά.

stabilitet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ευστάθεια

    noun
  • σταθερός

    adjective

    Andre ble boende og var med på å bringe stabilitet i områdets framtidige utvikling.

    Άλλοι παρέμειναν και βοήθησαν στη σταθερή μελλοντική ανάπτυξι της περιοχής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stabilitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stabilitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη