Μετάφραση του "start" σε Ελληνικά

Οι έναρξη, αναπηδώ, αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "start" σε Ελληνικά.

start
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • έναρξη

    noun feminine

    Oppfordre alle til å tilby boken med det for øye å starte studier.

    Να παροτρύνετε όλους να προσφέρουν το βιβλίο με στόχο την έναρξη μελετών.

  • αναπηδώ

    verb
  • αρχή

    noun feminine

    Barn som ble født som følge av en slik forening, ville få en god start i livet.

    Τα παιδιά που θα προέρχονταν από μια τέτοια ένωση θα έπαιρναν μια καλή αρχή στη ζωή.

  • εκκίνηση

    noun feminine

    Sandro peker likevel på at det å bruke pesticider ukritisk, starter en ond sirkel.

    Ωστόσο, ο Σάντρο τονίζει ότι η αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων σηματοδοτεί την εκκίνηση ενός επιβλαβούς κύκλου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " start " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "start" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "start" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη