Μετάφραση του "stein" σε Ελληνικά

Οι πέτρα, λίθος, Πέτρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stein" σε Ελληνικά.

stein masculine γραμματική

En ujevn klump med bergmasse, fra et par centimeter til flere meter i diameter. [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πέτρα

    noun feminine

    En titt på den skapningen hun hadde blitt, skulle forvandle alt levende til stein.

    M ́ έvα βλέμμα στο τέρας που έγιvε, όλα τα πλάσματα γίvοvται πέτρα.

  • λίθος

    noun masculine

    Men disse sjeldne steinene er vanskelige å oppdage.

    Αλλά αυτοί οι σπάνιοι λίθοι συνήθως είναι δυσεύρετοι.

  • Πέτρα

    stein, byggemateriale

    En titt på den skapningen hun hadde blitt, skulle forvandle alt levende til stein.

    M ́ έvα βλέμμα στο τέρας που έγιvε, όλα τα πλάσματα γίvοvται πέτρα.

  • πέτρωμα

    noun neuter

    Noen av steinene ser afanittiske ut og andre har vesikulær tekstur.

    Κάποια από τα πετρώματα είναι αφανιτικά, κάποια έχουν φλυκταινώδη υφή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stein proper

Stein, saks eller papir

+ Προσθήκη

"Stein" στο λεξικό Νορβηγικά Μποκμάλ - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Stein στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "stein"

Φράσεις παρόμοιες με "stein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη