Μετάφραση του "stilling" σε Ελληνικά

Οι αξίωμα, αποστολή, επάγγελμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stilling" σε Ελληνικά.

stilling
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αξίωμα

    noun

    πολιτική, διοικητική ή υπηρεσιακή θέση

    Fem av hans sønner og dessuten hans svigersønn Kaifas tjente alle i stillingen som øversteprest.

    Πέντε από τους γιους του, καθώς και ο γαμπρός του ο Καϊάφας, ανήλθαν στο αξίωμα του αρχιερέα.

  • αποστολή

    noun feminine

    Hvilket oppdrag gir Jehova sin tjener, og hva åpenbarer Jehova med hensyn til sin stilling som Gud?

    Ποια αποστολή αναθέτει ο Ιεχωβά στον υπηρέτη του, και τι αποκαλύπτει ο Ιεχωβά για τη Θειότητά του;

  • επάγγελμα

    noun neuter

    Matteus’ tidligere stilling som toller skinner igjennom i det han skriver.

    Το επάγγελμα που είχε ο Ματθαίος προηγουμένως σαν φοροσυλλέκτης διαφαίνεται στο ευαγγέλιό του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κα8εστώς
    • καθήκον
    • κατάσταση
    • λειτούργημα
    • μορφές ύλης
    • σειρά
    • σκορ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stilling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stilling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη