Μετάφραση του "streik" σε Ελληνικά
Οι απεργία, Απεργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "streik" σε Ελληνικά.
streik
-
απεργία
noun feminineDet må være hardt for familien å være i streik.
Δύσκολα για μια οικογένεια, ειδικά με την απεργία.
-
Απεργία
Det må være hardt for familien å være i streik.
Δύσκολα για μια οικογένεια, ειδικά με την απεργία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " streik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "streik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απεργώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη