Μετάφραση του "stum" σε Ελληνικά

Οι άλαλος, αθόρυβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stum" σε Ελληνικά.

stum
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • άλαλος

    adjective masculine

    Munnen min var altså blitt åpnet, og jeg var ikke lenger stum.

    Το στόμα μου λοιπόν ανοίχτηκε και δεν ήμουν πια άλαλος.

  • αθόρυβος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη