Μετάφραση του "styrke" σε Ελληνικά

Οι δύναμη, ισχύς, αντοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "styrke" σε Ελληνικά.

styrke
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δύναμη

    noun feminine

    Som de fleste menn mangler han styrke i hjerte og sinn til å ta konsekvensene.

    Γιατί όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, δεν έχει την δύναμη να αντέξει τις συνέπειες.

  • ισχύς

    noun feminine

    Han er ikke avhengig av noen ytre energikilde, for «styrke hører Gud til».

    Δεν εξαρτάται από κάποια εξωτερική πηγή ενέργειας, επειδή «η ισχύς ανήκει στον Θεό».

  • αντοχή

    noun

    Dere er den seighet og styrke som former korpset år etter år.

    Η αντοχή και η δύναμή σας, προσδιορίζει κάθε χρόνο τους καρπούς των προσπαθειών μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βελτιώνω
    • δυναμώνω
    • σθένος
    • στρατιωτική δύναμη
    • σώμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " styrke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "styrke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "styrke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη