Μετάφραση του "substantiv" σε Ελληνικά

Οι ουσιαστικό, ουσιαστικόν, Ουσιαστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "substantiv" σε Ελληνικά.

substantiv γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ουσιαστικό

    noun neuter

    Det er det hebraiske verbet bin og substantivet binạh som oftest blir oversatt med forstå, forstand og forståelse.

    Το εβραϊκό ρήμα μπιν και το ουσιαστικό μπινάχ συσχετίζονται πολύ συχνά με την κατανόηση.

  • ουσιαστικόν

  • Ουσιαστικό

    Det er det hebraiske verbet bin og substantivet binạh som oftest blir oversatt med forstå, forstand og forståelse.

    Το εβραϊκό ρήμα μπιν και το ουσιαστικό μπινάχ συσχετίζονται πολύ συχνά με την κατανόηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " substantiv " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Substantiv
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Ουσιαστικό

    Substantivet rachamịm, som er en flertallsform, blir blant annet gjengitt med «medlidenhet», «innerste følelser», «barmhjertighet» og «barmhjertighetsgjerninger».

    Το ουσιαστικό ραχαμίμ, το οποίο βρίσκεται στον πληθυντικό αριθμό, σημαίνει «ευσπλαχνία», «ελέη» ή «βαθιά αισθήματα».

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "substantiv" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη