Μετάφραση του "sysselsetting" σε Ελληνικά

Οι απασχόληση, εργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sysselsetting" σε Ελληνικά.

sysselsetting
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • απασχόληση

    noun feminine

    Verken økonomi sysselsetting eller levestandard kan avgjøre det.

    Τα οφέλη είναι βραχυπρόθεσμα και γι'αυτό η οικονομία ή η απασχόληση... δεν θα πρέπει να είναι κρίσιμα.

  • εργασία

    noun feminine

    Det førte igjen til arbeidsløshet, boligmangel, fattigdom og en rekke onder som hadde sin rot i de nye former for sysselsetting.

    Το αποτέλεσμα ήταν ανεργία, έλλειψη κατοικιών, φτώχεια και διάφορα δεινά που σχετίζονταν με την εργασία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sysselsetting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sysselsetting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη