Μετάφραση του "tekstil" σε Ελληνικά

Οι ύφασμα, πλέγμα, υπόθεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tekstil" σε Ελληνικά.

tekstil
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ύφασμα

    noun neuter

    Maskinen blir matet med tekstiler, som danner de enkelte lagene i tekstilskjelettet eller stammen i dekket.

    Τροφοδοτείται με ύφασμα για να παράγη τα φύλλα που αποτελούν τον σκελετό του ελαστικού.

  • πλέγμα

    Noun neuter
  • υπόθεμα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φέρων οργανισμός
    • Ύφασμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tekstil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tekstil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη