Μετάφραση του "tetthet" σε Ελληνικά

Το πυκνότητα είναι η μετάφραση του "tetthet" σε Ελληνικά.

tetthet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πυκνότητα

    noun feminine

    masse per volum

    Vi tror at dens enorme tetthet er årsaken til den opprinnelige forflyttingen.

    Η τεράστια πυκνότητα του καφέ νάνου προκάλεσε την πρώτη μετατόπιση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tetthet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tetthet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη