Μετάφραση του "tidsalder" σε Ελληνικά

Οι περίοδος, εποχή, ιστορική περίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tidsalder" σε Ελληνικά.

tidsalder
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • περίοδος

    noun feminine

    historisk periode

    Svaret ligger i hans fornemmelse av at han levde i overgangen mellom to tidsaldre.

    Η απάντηση βρίσκεται στην πεποίθηση που είχε ότι ζούσε σε περίοδο μετάβασης προς μια νέα εποχή.

  • εποχή

    noun feminine

    Din død skal innlede en ny tidsalder i Acheron.

    Ο θάνατός σου θα φέρει τη νέα εποχή του Αχέροντα.

  • ιστορική περίοδος

    noun

    Det er mange problemer i verden, men det har alltid vært problemer i enhver tidsalder og epoke.

    Υπάρχει πληθώρα δυσκολιών στον κόσμο, όμως πάντοτε υπήρχαν δυσκολίες σε κάθε εποχή και ιστορική περίοδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tidsalder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tidsalder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη