Μετάφραση του "tilgang" σε Ελληνικά

Οι πρόσβαση, προσπέλαση, είσοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tilgang" σε Ελληνικά.

tilgang γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσβαση

    noun feminine

    Man bør begynne med å lete der målet har lettest tilgang.

    Είναι πάντα καλό να ξεκινάς ψάχνοντας εκεί όπου ο στόχος έχει εύκολη πρόσβαση.

  • προσπέλαση

    noun feminine

    Fikk ikke tilgang til %

    Δεν ήταν δυνατή η προσπέλαση του %

  • είσοδος

    noun feminine

    Bare V2-ere og høyere har tilgang.

    Η είσοδος απαγορεύεται στους Β-2 και πάνω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελευθεροκοινωνία
    • εφοδιασμός
    • παροχή
    • προμήθεια
    • προσπελαύνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tilgang " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tilgang" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tilgang" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη