Μετάφραση του "tom" σε Ελληνικά

Οι κενός, άδειος, αδειανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tom" σε Ελληνικά.

tom γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κενός

    adjective masculine

    Jorden vil følgelig ikke bli tom og ubebodd.

    Συνεπώς δεν θα υπάρξη κενόν, καμμιά κενή ακατοίκητη γη.

  • άδειος

    adjective masculine

    Den kan til slutt henge som en tom sekk.

    Μπορεί τελικά να πέση και να κρέμεται σαν άδειος σάκκος στην πλευρά του ζώου.

  • αδειανός

    adjective
  • αδειάζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tom proper
+ Προσθήκη

"Tom" στο λεξικό Νορβηγικά Μποκμάλ - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Tom στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "tom"

Φράσεις παρόμοιες με "tom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη