Μετάφραση του "tomrom" σε Ελληνικά

Οι άδειος, κενό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tomrom" σε Ελληνικά.

tomrom
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • άδειος

    adjective masculine
  • κενό

    noun neuter

    Plutselig ble det slutt på dette, og det oppstod et stort tomrom i livet.

    Ξαφνικά όλα αυτά χάθηκαν, αφήνοντας πίσω τους ένα τεράστιο κενό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tomrom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tomrom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη