Μετάφραση του "transport" σε Ελληνικά

Οι μεταφορές, Μεταφορές, μέσο μεταφοράς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "transport" σε Ελληνικά.

transport
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μεταφορές

    noun

    Big business bygger jernbaner, kontrollerer oljen og sørger i mange land for elektrisitet, gass og transport.

    Φτιάχνουν σιδηροδρόμους, ελέγχουν το πετρέλαιο και σε πολλές χώρες παρέχουν τον ηλεκτρισμό, το γκάζι και τις μεταφορές.

  • Μεταφορές

    Big business bygger jernbaner, kontrollerer oljen og sørger i mange land for elektrisitet, gass og transport.

    Φτιάχνουν σιδηροδρόμους, ελέγχουν το πετρέλαιο και σε πολλές χώρες παρέχουν τον ηλεκτρισμό, το γκάζι και τις μεταφορές.

  • μέσο μεταφοράς

    noun

    På den tiden brukte man offentlig transport når man skulle reise fra menighet til menighet.

    Εκείνες τις μέρες ταξιδεύαμε από εκκλησία σε εκκλησία με τα δημόσια μέσα μεταφοράς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεταφορά
    • φορτωτική
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " transport " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "transport" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "transport" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη