Μετάφραση του "trener" σε Ελληνικά

Οι προπονητής, εκπαιδευτής, προπονήτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trener" σε Ελληνικά.

trener
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • προπονητής

    noun masculine

    πρόσωπο που εμπλέκεται στην καθοδήγηση και εκπαίδευση αθλητών

    Tom er en god trener.

    Ο Τομ είναι καλός προπονητής.

  • εκπαιδευτής

    noun masculine

    Eller treneren, manageren eller en av de andre bokserne.

    Θα μπορούσε να είναι ο εκπαιδευτής, ο διαχειριστής, ή άλλος πυγμάχος.

  • προπονήτρια

    Noun feminine

    Klar til å svømme, trener.

    Έτοιμες για κολύμπι, προπονήτρια!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trener " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trener" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ασκούμαι · ασκώ · γυμνάζομαι · γυμνάζω · εξασκούμαι · εξασκώ · προετοιμάζω · προπονούμαι
  • παρακινητικός ομιλητής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trener" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη