Μετάφραση του "tretthet" σε Ελληνικά

Οι κούραση, κόπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tretthet" σε Ελληνικά.

tretthet γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κούραση

    noun feminine

    De kan skyldes tretthet eller at vi har mistet en vi er glad i.

    Ενδέχεται να οφείλονται στην κούραση ή στην απώλεια κάποιου προσφιλούς.

  • κόπος

    noun masculine

    Legg merke til hvordan det legger hele sitt hjerte i leken, slik at det glemmer fare, kulde, varme og tretthet!

    Πώς βάζει όλη του την καρδιά σ’ αυτό, λησμονώντας ακόμη και τον κίνδυνο, το κρύο, τη ζέστη ή τον κόπο!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tretthet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tretthet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη