Μετάφραση του "treverk" σε Ελληνικά

Οι ξύλο, ξυλεία, Ξύλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "treverk" σε Ελληνικά.

treverk γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ξύλο

    noun neuter

    Jeg bygde denna baren med bare nevene. fra det fineste treverket i fylket.

    Το έκτισα με τα ίδια μου τα χέρια, με το καλύτερο ξύλο της χώρας.

  • ξυλεία

    noun feminine

    Noen ganger ble teglstein og treverk brukt om hverandre.

    Κάποιες φορές τοποθετούσαν διάσπαρτα ξυλεία ανάμεσα στους πλίθους.

  • Ξύλο

    materiale

    Jeg bygde denna baren med bare nevene. fra det fineste treverket i fylket.

    Το έκτισα με τα ίδια μου τα χέρια, με το καλύτερο ξύλο της χώρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " treverk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "treverk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη