Μετάφραση του "troll" σε Ελληνικά

Οι τρολ, Τρολ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "troll" σε Ελληνικά.

troll γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • τρολ

    noun

    Αργκό του διαδικτύου για κάποιον που εσκεμμένα προσπαθεί να ενοχλήσει άλλους χρήστες και να δημιουργήσει συγκρούσεις

    Du har lovet å kikke på disse troll-sverdene etter festen.

    Υποσχεθήκατε να ρίξω μια ματιά σε αυτά τα σπαθιά των τρολ μετα από όλο αυτό το γλέντι.

  • Τρολ

    Dette sverdet er ikke smidd av et troll.

    Αυτά τα σπαθιά δεν τα έχουν φτιάξει Τρολ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " troll " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "troll" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη