Μετάφραση του "tvil" σε Ελληνικά

Οι αμφιβολία, αβεβαιότητα, αμφιβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tvil" σε Ελληνικά.

tvil γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αμφιβολία

    noun feminine

    Det er ingen tvil om at vannflommen hadde en ugunstig innvirkning på mange trær.

    Χωρίς αμφιβολία τα νερά του Κατακλυσμού επέδρασαν δυσμενώς σε πολλά δέντρα.

  • αβεβαιότητα

    noun feminine

    Da vil det aldri mer herske tvil om hvorvidt maten er trygg.

    Ποτέ ξανά δεν θα υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με το αν η τροφή είναι ασφαλής ή όχι.

  • αμφιβάλλω

    verb

    Jeg tviler på at tanten hans har skyld i alt du har gjort.

    Πραγματικά αμφιβάλλω θεία του είναι υπεύθυνη για ό, τι έχετε κάνει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αμφιταλάντευση
    • δισταγμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tvil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tvil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tvil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη