Μετάφραση του "tvinge" σε Ελληνικά

Οι υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tvinge" σε Ελληνικά.

tvinge γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • υποχρεώνω

    verb

    Mannskapet ble under trussel om bruk av makt tvunget til å fortsette reisen med en annen båt.

    Με την απειλή των όπλων υποχρέωσαν την ομάδα μας να συνεχίσει το ταξίδι με ένα άλλο πλοίο.

  • αναγκάζω

    verb

    Trykket tvinger vannet og steinmaterialet opp til overflaten, hvor det blir filtrert.

    Πίεση αναγκάζει το υγρό και τα τρίμματα να ανεβούν στην επιφάνεια όπου διαχωρίζονται με κάποιο φίλτρο.

  • εξαναγκάζω

    verb

    Folk bruker det til jeg blir tvunget til å gjøre jobben.

    Τη χρησιμοποιούν για να με εξαναγκάσουν να κάνω κάτι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέγγενη
    • μετακινώ βίαια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tvinge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tvinge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βία · εξαναγκασμός · καταπίεση
  • Μετακινήσεις πληθυσμών
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tvinge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη