Μετάφραση του "ubetalt" σε Ελληνικά

Το απλήρωτος είναι η μετάφραση του "ubetalt" σε Ελληνικά.

ubetalt
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • απλήρωτος

    Adjective

    Jeg er den ubetalte regningen.

    Είμαι ο απλήρωτος λογαριασμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ubetalt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ubetalt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη