Μετάφραση του "udugelig" σε Ελληνικά
Οι ανίκανος, ανεπρόκοπος, σκάρτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "udugelig" σε Ελληνικά.
udugelig
-
ανίκανος
adjective masculineAt han var den mest udugelige lege jeg har møtt.
Ήταν ο πιο ανίκανος γιατρός με τον οποίο συνεργάστηκα.
-
ανεπρόκοπος
Adjective -
σκάρτος
adjective -
τζούφιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " udugelig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη