Μετάφραση του "uenighet" σε Ελληνικά
Οι ασυμφωνία, έριδα, διένεξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uenighet" σε Ελληνικά.
uenighet
-
ασυμφωνία
noun feminineDet er uenighet om hvordan dette skal handteres.
Υπάρχει ασυμφωνία για το πως να χειριστούν τα πράγματα!
-
έριδα
noun feminine -
διένεξη
noun feminineEn rettssak som nylig ble holdt i Canada, henledet oppmerksomheten på denne uenigheten.
Η διένεξη αυτή φάνηκε ιδιαίτερα σε μια πρόσφατη δικαστική υπόθεση στον Καναδά.
-
διαμάχη
noun feminineMen det har vært stor uenighet om nøyaktig hvor årtusenskiftet begynner.
Ωστόσο, μαίνεται μια διαμάχη σχετικά με το πού θα ανατείλει η χιλιετία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " uenighet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη