Μετάφραση του "underskudd" σε Ελληνικά
Το έλλειμμα είναι η μετάφραση του "underskudd" σε Ελληνικά.
underskudd
-
έλλειμμα
noun neuterForbundsstaten har hatt store underskudd de siste årene.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνησις είχε τεράστιο έλλειμμα τα λίγα περασμένα χρόνια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " underskudd " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη