Μετάφραση του "utgraving" σε Ελληνικά
Οι ανασκαφή, εκσκαφή, όρυξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utgraving" σε Ελληνικά.
utgraving
-
ανασκαφή
noun feminineFaren deres var i utgravingen da den brøt sammen.
Ο πατέρας σου ήταν στην ανασκαφή όταν κατέρρευσε.
-
εκσκαφή
noun feminineNå fortsatte utgravingen inne i dette kjempemessige «badekaret».
Η εκσκαφή τώρα προχωρούσε μέσα στην πελώρια «μπανιέρα.»
-
όρυξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utgraving " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη