Μετάφραση του "utnevne" σε Ελληνικά
Οι διορίζω, εκλέγω, βάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utnevne" σε Ελληνικά.
utnevne
-
διορίζω
verbSom regel blir en eldste eller menighetstjener utnevnt til å koordinere arbeidet.
Γενικά, κάποιος πρεσβύτερος ή διακονικός υπηρέτης διορίζεται να συντονίζει αυτό το έργο.
-
εκλέγω
verbOpprør mot den lovmessig utnevnte guvernøren, sjørøveri, forræderi.
Εξέγερση ενάντια στο νόμιμα εκλεγμένο κυβερνήτη, πειρατεία, προδοσία.
-
βάζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καθορίζω
- ορίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utnevne " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη