Μετάφραση του "utpressing" σε Ελληνικά

Το εκβιασμός είναι η μετάφραση του "utpressing" σε Ελληνικά.

utpressing
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • εκβιασμός

    noun masculine

    Du tror økte energipriser vil ramme oss, men det er bare utpressing.

    Πιστεύεις πως εκτοξεύοντας τις τιμές ενέργειας θα μας βλάψεις, αλλά αυτό είναι εκβιασμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utpressing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utpressing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη