Μετάφραση του "utvandring" σε Ελληνικά

Οι αποδημία, μετανάστευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utvandring" σε Ελληνικά.

utvandring
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αποδημία

    noun feminine
  • μετανάστευση

    noun

    Denne utvandringen er blitt kalt en veritabel folkevandring.

    Αυτή η μετανάστευση έχει χαρακτηριστεί πραγματική διασπορά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utvandring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utvandring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη