Μετάφραση του "utvidelse" σε Ελληνικά

Οι επέκταση, διαστολή, μεγάλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utvidelse" σε Ελληνικά.

utvidelse
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • επέκταση

    noun feminine

    Det var Assurbanipal som sørget for den største utvidelsen av assyrerriket.

    Ο Ασσουρμπανιπάλ πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη επέκταση της αυτοκρατορίας.

  • διαστολή

    noun feminine

    Sjekk øynene for forandring i utvidelse.

    Έλεγχος στα μάτια για τις αλλαγές στη διαστολή.

  • μεγάλωμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utvidelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utvidelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη